Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία

Γνωστικές προσεγγίσεις δυσγραφίας

  Η Δυσγραφία χαρακτηρίζεται από ελλειμματική επεξεργασία στη μετατροπή των ακουστικών και οπτικών ερεθισμάτων σε κινητική συμπεριφορά, από δυσκολία του ατόμου να παράγει αναγνώσιμη γραφή με το χέρι και μία γενική ασυνέπεια αναγνωστικού επιπέδου και γραφής (Caramazza et al., 1996, Ellis, 1993).
     Πρόκειται για μία επίκτητη βλάβη του Κ.Ν.Σ και μπορεί να είναι επιφανειακή, φωνολογική, βαθιά και περιφερειακή. Πρόκειται για μία νευρολογική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από δυσκολίες στη γραφή και δημιουργούνται παραμορφώσεις ή λάθη.
       Οι MacArthur και Graham (2016, όπ.αναφ. στον Βλάχο, 2017) αναφέρουν ότι τέσσερις γνωστικές διεργασίες εμπλέκονται άμεσα στη διαδικασία της γραφής: η μνήμη εργασίας, η δεξιότητα μεταγραφής των λέξεων που ο συγγραφέας θέλει να πει σε γραπτά σύμβολα στη σελίδα, η αυτορρύθμιση και τα κίνητρα. Η άρρηκτη σχέση των παραπάνω διαδικασιών έχει παρουσιαστεί στο τριγωνικό μοντέλο του λειτουργικού συστήματος της γραφής, όπου κατά τους Berninger & Winn (2016, όπ.αναφ. στον Βλάχο, 2017) η μνήμη εργασίας είναι στο κέντρο του τριγώνου, έχοντας σημαντικό ρόλο στη δυσγραφία, που οδηγεί σε γνωστική ροή για τη γραφή και στις τρεις κορυφές του τριγώνου βρίσκονται οι εκτελεστικές λειτουργίες.
     Οι Feder και Majnemer (2007, όπ.αναφ. στον Βλάχο, 2017), επισημαίνουν ότι ελλείμματα στην οπτική αντίληψη είναι πιθανόν να οδηγούν σε δυσκολίες στην ποιότητα γραφής. Επίσης, αναφέρουν ότι ελλείμματα όπως η κακή οπτική μνήμη για τις αλληλουχίες των γραμμάτων ευθύνονται για τις φτωχές γραφοκινητικές δεξιότητες, καθώς τα προβλήματα οπτικής μνήμης εμποδίζουν τους δυσγραφικούς μαθητές να αναπτύξουν ορθογραφικές αναπαραστάσεις στο λεξικό τους σύστημα. 
      Γνωστικά ελλείμματα δυσγραφικών μαθητών πιθανόν να επηρεάζουν το σύστημα οπτικής μνήμης περισσότερο από το σύστημα των οτικοκινητικών δεξιοτήτων κατά τους Vlachos & Karapetsas (2003 όπ.αναφ. στον Βλάχο, 2017).
     Επίσης, ελλείμματα στην εργαζόμενη μνήμη δημιουργούν γνωστικά προβλήματα  στα άτομα με δυσγραφία όπως και ελλείμματα στον γνωστικό σχεδιασμό των δυσγραφικών παιδιών, καθώς χρειάζονται διπλάσιο χρόνο να εκτελέσουν τη δοκιμασία σχεδιασμού μονοπατιού σε σχέση με την ομάδα ελέγχου (Volman, van Schendel και Jongmans,2006, όπ, αναφ. στον Βλάχο, 2017).
     Τέλος, κατά τους Rosenblum, Weiss και  Parush (2004, όπ.αναφ. στον Βλάχο, 2017) τα δυσγραφικά άτομα δεν έχουν αυτοματοποιήσει πλήρως την παραγωγή γραμμάτων με συνέπεια να αυξάνονται οι απαιτήσεις στον τομέα της μνήμης και της προσοχής και να περιορίζονται οι υψηλότερου επιπέδου γνωστικές διαδικασίες.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Βλάχος, Φ. (2017). Διαταραχές γραφής – Δυσγραφία. Πάτρα: Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο.

Caramazza A, Capasso R, and Miceli G. (1996). The role of the graphemic buffer in reading. Cognitive Neuropsychology, 13: 673-698.

Επιμέλεια άρθρου:
Γεωργίου Αρχοντούλα
Εκπαιδευτικός & Ειδική Παιδαγωγός

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s